• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
junky,
junkie
n
informal (drug addict) (καθομιλουμένη)πρεζόνι ουσ ουδ
 (αργκό)πρεζάκιας, πρεζού ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Junkies meet in this parking lot at night to shoot up.
junky,
junkie
n
figurative, informal ([sb] obsessed by [sth](μεταφορικά)που έχει εξάρτηση από κτ έκφρ
  κολλημένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  -μανής επίθημα
 The chocolate junkie filled her desk drawers with candy bars.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
junky adjinformal, US (old, useless)παλιός επίθ
 (καθομιλουμένη)παλιατσούρα ουσ ως επίθ
  σαραβαλιασμένος μτχ πρκ
  σαράβαλο ουσ ως επίθ
 Bill sold his junky old camera for spare parts.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
TV junky,
TV junkie
n
figurative, slang, abbreviation (television junky: watches compulsivey) (ανεπίσημο, καθομιλουμένη)τηλεορασάκιας ουσ αρσ
 (ανεπίσημο, καθομιλουμένη)τηλεορασόπληκτος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'junky' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση junky στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «junky».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!