• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kisser nusually with adjective (person who kisses)αυτός που φιλάει περίφρ
 That guy last night was a terrible kisser!
 Ο τύπος από χτες το βράδυ φιλούσε απαίσια!
kisser nslang (mouth)στόμα ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ass-kisser (US),
ass-licker (US),
arse-kisser (UK),
arse-licker (UK)
n
pejorative, vulgar, informal (person: sycophantic) (μεταφορικά, προσβλητικό)γλύφτης, γλύφτρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (αργκό, μτφ, χυδαίο)κωλογλύφτης ουσ αρσ
 He was only promoted because he's such an ass-kisser.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση kisser στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «kisser».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!