lake

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈleɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/leɪk/ ,USA pronunciation: respelling(lāk)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lake n(body of water)λίμνη ουσ θηλ
 Mark went fishing at the lake last weekend.
 Ο Μαρκ πήγε για ψάρεμα στη λίμνη το περασμένο σαββατοκύριακο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lake nfigurative ([sth] resembling a lake) (μεταφορικά)λίμνη ουσ θηλ
 The sinner is thrown into the lake of fire.
lake n(dye, pigment)λάκα ουσ θηλ
 Crimson lake is a red pigment.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Como,
Lake Como
n
(lake in Italy)λίμνη Κόμο φρ ως ουσ θηλ
 When we visited Italy, we went sailing on Como.
freshwater lake n(lake: not salt water)λίμνη του γλυκού νερού ουσ θηλ
 We like to go to the freshwater lake in the mountains to fish.
glacial lake n(lake created by a melted glacier)λίμνη η οποία δημιουργήθηκε από το λιώσιμο παγετώνα ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
the Lake District n(region of north west England) (περιοχή)Lake District φρ ως ουσ θηλ
Lake Erie n(lake in North America)λίμνη Ήρι φρ ως ουσ θηλ
 My uncle likes to fish in Lake Erie, but it can be hard to get a permit.
lake trout n(North American fish)ποταμίσια πέστροφα έκφρ
 John caught a lake trout when he went fishing.
oxbow,
oxbow lake
n
(bow-shaped lake)είδος λίμνης που προκύπτει από μαίανδρο ποταμού
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
salt lake n(area of salty wetland)αλυκή ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lake' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: Lake [Michigan, Tahoe, Victoria], a [deep, shallow, vast, small, mountain] lake, a [freshwater, saltwater] lake, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lake στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lake».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!