lazy

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈleɪzi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈleɪzi/ ,USA pronunciation: respelling(lāzē)

Inflections of 'lazy' (adj):
lazier
adj comparative
laziest
adj superlative
Inflections of 'lazy' (v): (⇒ conjugate)
lazies
v 3rd person singular
lazying
v pres p
lazied
v past
lazied
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lazy adj([sb]: does little)τεμπέλης επίθ
  ακαμάτης επίθ
 (μειωτικό)τεμπελόσκυλο ουσ ως επίθ
 He is smart, but lazy.
 Είναι έξυπνος, αλλά τεμπέλης (or: ακαμάτης).
lazy adjfigurative (slow) (μτφ: αργός)τεμπέλικος, χαλαρός επίθ
  νωθρός, οκνηρός επίθ
  βραδυκίνητος, αργός επίθ
 The lazy river flowed slowly.
 Το τεμπέλικο (or: οκνηρό) ποτάμι κυλούσε αργά.
lazy adj(job: sloppy)πρόχειρος, τσαπατσούλικος επίθ
  βιαστικός επίθ
 He did a lazy job on his essay. He didn't even review it for spelling mistakes.
 Έκανε πρόχειρη (or: τσαπατσούλικη) δουλειά με την έκθεσή του. Δεν την έλεγξε καν για ορθογραφικά λάθη.
lazy adj(encouraging idleness)χαλαρός επίθ
  τεμπέλικος επίθ
 It was such a lazy summer afternoon that nobody wanted to work.
 Ήταν ένα πολύ χαλαρό καλοκαιρινό απόγευμα και κανένας δεν ήθελε να δουλέψει.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lazy adj(sloppy, loose)πρόχειρος, χαλαρός επίθ
  ατιμέλητος επίθ
 He had a lazy way of dressing and never tucked in his shirt.
 Είχε πολύ πρόχειρο ντύσιμο και δεν έβαζε ποτέ από μέσα το πουκάμισό του.
lazy virare (laze)τεμπελιάζω ρ αμ
 We ate our picnic and spent the afternoon lazying on the riverbank.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bone lazy,
also UK: bone idle
adj
informal (does nothing) (καθομιλουμένη)αρχιτεμπέλαρος επίθ
 (καθομιλουμένη)τεμπελχανάς ουσ αρσ
  αρχιτεμπέλης ουσ αρσ
  τεμπέλαρος ουσ αρσ
 Jake does nothing around the house—he's bone idle!
lazy eye ninformal (squint, inability to focus) (καθομιλουμένη)αλληθωρισμός, στραβισμός ουσ αρσ
lazy eye nformal (amblyopia, dim vision in apparently normal eye) (επίσημο)αμβλυωπία ουσ θηλ
 Children with a lazy eye have to wear an eye patch.
lazy person n([sb] who is idle)τεμπέλης, ακαμάτης ουσ αρσ
 Clive's teachers often described him as a lazy person.
lazy Susan n(revolving tray for food) (σε ντουλάπι)περιστρεφόμενος δίσκος επίθ + ουσ αρσ
lazy-ass adjpejorative, vulgar, informal, US (idle) (καθομιλουμένη, μτφ)τεμπελόσκυλο ουσ ουδ
 (αργκό)τεμπελχανάς ουσ αρσ
 That guy is just a lazy-ass drunk, not a good employee.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lazy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is (such) a lazy person, a lazy [weekend, Sunday, afternoon], a lazy [boy, girl, child, student, teacher], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lazy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lazy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!