Listen:
Inflections of 'lazy ' (adj ): lazier adj comparative laziest adj superlative
Inflections of 'lazy ' (v ): (⇒ conjugate )lazies v 3rd person singular lazying v pres p lazied v past lazied v past p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
lazy adj ([sb] : does little) τεμπέλης επίθ ακαμάτης επίθ (μειωτικό ) τεμπελόσκυλο ουσ ως επίθ He is smart, but lazy. Είναι έξυπνος, αλλά τεμπέλης (or: ακαμάτης). lazy adj figurative (slow) (μτφ: αργός ) τεμπέλικος, χαλαρός επίθ νωθρός, οκνηρός επίθ βραδυκίνητος, αργός επίθ The lazy river flowed slowly. Το τεμπέλικο (or: οκνηρό) ποτάμι κυλούσε αργά. lazy adj (job: sloppy) πρόχειρος, τσαπατσούλικος επίθ βιαστικός επίθ He did a lazy job on his essay. He didn't even review it for spelling mistakes. Έκανε πρόχειρη (or: τσαπατσούλικη) δουλειά με την έκθεσή του. Δεν την έλεγξε καν για ορθογραφικά λάθη. lazy adj (encouraging idleness) χαλαρός επίθ τεμπέλικος επίθ It was such a lazy summer afternoon that nobody wanted to work. Ήταν ένα πολύ χαλαρό καλοκαιρινό απόγευμα και κανένας δεν ήθελε να δουλέψει.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
lazy adj (sloppy, loose) πρόχειρος, χαλαρός επίθ ατιμέλητος επίθ He had a lazy way of dressing and never tucked in his shirt. Είχε πολύ πρόχειρο ντύσιμο και δεν έβαζε ποτέ από μέσα το πουκάμισό του. lazy ⇒ vi rare (laze)τεμπελιάζω ρ αμ We ate our picnic and spent the afternoon lazying on the riverbank.
Ο όρος 'lazy ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: