legacy

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɛgəsi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈlɛgəsi/ ,USA pronunciation: respelling(legə sē)

Inflections of 'legacy' (n): npl: legacies
  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
legacy nfigurative (lasting influence) (μεταφορικά)κληρονομιά ουσ θηλ
 (μετά τον θάνατο)υστεροφημία ουσ θηλ
 Freud has left a legacy that affects psychiatry to this day.
 Ο Φρόιντ έχει αφήσει μια κληρονομιά που επηρεάζει την ψυχιατρική μέχρι σήμερα.
legacy n([sth] handed down: idea, actions) (μεταφορικά)κληρονομιά ουσ θηλ
 Their desire to buy land is a legacy from feudal times.
 Η επιθυμία τους να αγοράσουν γη είναι κληρονομιά από τους φεουδαρχικούς χρόνους.
legacy n([sth] handed down: physical object)κληρονομιά ουσ θηλ
  κληροδότημα ουσ ουδ
 A pocket watch was his only legacy to his children.
 Ένα ρολόι τσέπης ήταν η μοναδική κληρονομιά που άφησε στα παιδιά του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
legacy nUS (student) (επίσημο)τέκνο αποφοίτου φρ ως ουσ ουδ
  παιδί αποφοίτου φρ ως ουσ ουδ
 He's a legacy. His father attended this university.
 Είναι παιδί αποφοίτου. Ο πατέρας του φοίτησε σε αυτό το πανεπιστήμιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
legacy system n(computing: outdated technology)σύστημα κληρονομιάς, κληροδοτημένο σύστημα φρ ως ουσ ουδ
 The program does not support legacy systems such as Windows 98.
 Το πρόγραμμα δεν υποστηρίζει συστήματα κληρονομιάς όπως τα Windows 98.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'legacy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [historic, family, permanent, enduring] legacy, legacy [rights, claims, laws], (has) left a lasting legacy, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση legacy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «legacy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!