lengthen

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɛŋθən/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈlɛŋkθən, ˈlɛn-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lengkthən, leng-, len-)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lengthen [sth] vtr(make longer physically) (κυριολεκτικά)επιμηκύνω, επεκτείνω ρ μ
 The aim of the operation is to lengthen her bones.
 Ο σκοπός της εγχείρησης είναι να επιμηκύνουν τα κόκαλά της.
lengthen [sth] vtr(make longer in time) (χρονικά)επεκτείνω, παρατείνω ρ μ
 People will appreciate it if you lengthen the lunch break a little.
 Ο κόσμος θα το εκτιμήσει αν παρατείνετε (or: επεκτείνετε) λίγο το διάλειμμα για γεύμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lengthen' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lengthen στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lengthen».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!