lessening

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlesnɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: lessening, lessen

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lessening n(reduction, decrease)ελάττωση, μείωση, περιστολή ουσ θηλ
 The lessening of prejudice allows for a more equal society.
lessening adj(becoming less)που μειώνεται, που ελαττώνεται περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The boy's lessening shyness enabled him to talk to girls.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lessen vi(decrease)μειώνομαι, ελαττώνομαι ρ αμ
  υποχωρώ ρ αμ
 The rain lessened after a few minutes, so Tom decided to walk home.
 Η βροχή ελαττώθηκε μετά από μερικά λεπτά και έτσι ο Τομ αποφάσισε να περπατήσει σπίτι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lessen vtr(make light of)μειώνω ρ μ
 The politician's comments tried to lessen his opponent.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lessening' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lessening στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lessening».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!