limitation

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌlɪmɪˈteɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˌlɪmɪˈteɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(lim′i tāshən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
limitation n(restriction, limit)περιορισμός ουσ αρσ
 There are far too many limitations in the draft contract.
 Υπάρχουν υπερβολικοί περιορισμοί στο προσχέδιο του συμβολαίου.
limitation n(handicap)περιορισμός ουσ αρσ
  όριο ουσ ουδ
 Don't set limitations on yourself. If you want to do something, just give it a try!
 Μην θέτεις περιορισμούς στον εαυτό σου. Αν θέλεις να κάνεις κάτι, απλά δοκίμασέ το!
limitation n(law: time restriction) (χρονικός)περιορισμός ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
including without limitation expr(law: including said thing and maybe more)περιλαμβάνει χωρίς περιορισμούς έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'limitation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση limitation στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «limitation».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!