maid

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmeɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/meɪd/ ,USA pronunciation: respelling(mād)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
maid n(domestic servant)υπηρέτρια ουσ θηλ
 (για υπνοδωμάτιο)καμαριέρα ουσ θηλ
 (σύγχρονο, πιο επίσημο)οικιακή βοηθός φρ ως ουσ θηλ
 Erin worked as a maid for a rich family while she was in college.
 Η Έριν εργαζόταν ως υπηρέτρια για μια πλούσια οικογένεια όταν ήταν στο κολέγιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
maid ndated (unmarried girl) (παλαιό, λόγιος)κόρη ουσ θηλ
  παρθένα ουσ θηλ
 Rachel was a young maid when she first met Dan.
maid,
old maid
n
(unmarried woman) (πιθανά προσβλητικό)γεροντοκόρη ουσ θηλ
 (ουδέτερο)ελεύθερη, ανύπαντρη ουσ θηλ
 Sarah was still a maid after all her friends were married.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lady's maid (woman's personal servant)προσωπική υπηρέτρια επίθ + ουσ θηλ
maid of honor nUS (bride's main female attendant)κουμπάρα ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορών στο τελετουργικό του γάμου. Παρατίθεται η πιο κοντινή απόδοση.
 Her best friend served as maid of honor and the rest of us were bridesmaids.
maid of honour nUK (unmarried attendant of a queen)κυρία των τιμών, κυρία επί των τιμών φρ ως ουσ θηλ
maid service n(cleaner, cleaning business)συνεργείο καθαρισμού φρ ως ουσ ουδ
meter maid,
metermaid
n
US or UK, dated (female traffic warden) (κατά λέξη)γυναίκα αστυφύλακας υπεύθυνη για πρόστιμα παράνομης στάθμευσης
 (σύγχρονη αντιστοιχία)δημοτική αστυνόμος φρ ως ουσ θηλ
 He ran to beat the meter maid to his illegally parked car.
old maid npejorative (mature spinster, unmarried woman) (μειωτικό)γεροντοκόρη ουσ θηλ
 A lot of women are afraid they'll be old maids if they aren't married by thirty.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'maid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [works as, is] a [kitchen, hotel] maid, dated: a [country, barn, farm] maid, found a job as a maid, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση maid στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «maid».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!