• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: mainline, main line

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mainline adj(railway route)κύρια γραμμή επίθ + ουσ θηλ
mainline vi(inject drug into a vein)κάνω ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών περίφρ
 (αργκό, μεταφορικά)βαράω ρ αμ
mainline [sth] vtrslang (drug: inject into a vein) (αργκό)βαράω φλέβα κτ εκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
main line n(principal road, railway line)κεντρικός δρόμος επίθ + ουσ αρσ
 (επίσημο)κύρια οδική αρτηρία φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: The single-word form is used when the term is an adjective or a verb
 My train was delayed because a fallen tree was blocking the main line.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mainline στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mainline».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!