• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make a fuss v exprinformal (complain about [sth](μεταφορικά)κάνω φασαρία έκφρ
 One of the customers was making a fuss at the teller's counter.
 Κάποιος απ' τους πελάτες έκανε φασαρία στον γκισέ του ταμία.
make a fuss v exprinformal (fret over trivial things) (καθομιλουμένη)το κάνω θέμα έκφρ
 Oh, it's only a grazed knee – stop making a fuss!
 Ένα γδαρμένο γόνατο είναι όλο κι όλο, σταμάτα να το κάνεις θέμα!
make a fuss over [sb/sth] (US),
make a fuss of [sb/sth] (UK)
v expr
informal (pay a lot of attention to)δίνω σημασία σε κπ περίφρ
  ασχολούμαι με κπ περίφρ
 The boss brought his dog to work yesterday and everyone made a fuss of it.
 Εχτές, το αφεντικό έφερε το σκυλί του στη δουλειά και όλοι ασχολούνταν μ' αυτό.
make a fuss over [sth/sb] v exprinformal (show great admiration for)ενθουσιάζομαι ρ αμ
 (ελαφριά αποδοκιμασία)το παρακάνω με κτ/κπ περίφρ
  μιλώ με υπερβολικό θαυμασμό για κτ/κπ έκφρ
 Nina got engaged yesterday! All the women in the office were making a fuss over her ring.
 Η Νίνα αρραβωνιάστηκε χθες! Όλες οι γυναίκες στο γραφείο το παράκαναν μιλώντας για το δαχτυλίδι της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'make a fuss' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make a fuss στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «make a fuss».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!