• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Ο όρος 'malted' παραπέμπει στον όρο ''malted''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'malted' is cross-referenced with ''malted''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: malted, malt

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
malted adj(grain: germinated)που έχει βυνοποιηθεί περίφρ
malted adj(containing malt)με βύνη περίφρ
malted,
malted milk,
malt
n
US (milk drink containing malted barley)ρόφημα γάλακτος με βύνη
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
malt n(germinated grain)βύνη ουσ θηλ
 This is some of the best malt for making whiskey.
malt nUS (malted milkshake)μιλκσέικ στο οποίο έχει προστεθεί βύνη σε σκόνη
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Bobby ordered french fries and a malt at the diner.
malt nabbreviation (malt whisky)ουίσκι μαλτ φρ ως ουσ ουδ
 I'll have a shot of malt with a beer chaser.
malt n as adj(made with malt)με βύνη περίφρ
 My favorite drink is malt whiskey.
malt [sth] vtr(convert to malt) (παρασκευάζω βύνη)βυνοποιώ ρ μ
 First we malt this barley and then we use it to make whiskey.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
malted | malt
ΑγγλικάΕλληνικά
malted milk nUS (type of milkshake)ρόφημα γάλακτος με βύνη περίφρ
 While I was in the South I stopped at an old-fashioned drugstore to get a malted milk.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'malted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση malted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «malted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!