• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: manicured, manicure

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
manicured adj(cosmetics: hands, nails)με μανικιούρ περίφρ
 (πιο γενικά)περιποιημένος μτχ ορκ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
manicured adj(carefully maintained)καλοσυντηρημένος, περιποιημένος μτχ πρκ
  προσεγμένος μτχ πρκ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
manicure n(beauty treatment for hands)μανικιούρ ουσ ουδ άκλ
 Please make me an appointment for a manicure tomorrow.
 Παρακαλώ κλείστε μου ένα ραντεβού για μανικιούρ αύριο.
manicure [sth] vtr(treat fingernails)κάνω μανικιούρ περίφρ
 Aren't you going to manicure your nails before you go out?
 Δεν θα κάνεις μανικιούρ στα νύχια σου πριν βγεις;
manicure [sth] vtr(lawn: trim, cut) (γρασίδι)κουρεύω ρ μ
 We had the lawn manicured by professionals.
 Το γρασίδι μας κουρεύτηκε από επαγγελματίες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση manicured στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «manicured».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!