| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| maroon n | (burgundy colour) (κατά λέξη: μόδα) | maroon ουσ ουδ άκλ |
| | (πιο απλά) | μπορντό ουσ ουδ άκλ |
| | | βυσσινί ουσ ουδ άκλ |
| | (περιγραφικά) | καστανοκόκκινο επίθ ως ουσ ουδ |
| | Tom went to the store to buy some more maroon to finish painting the wall. |
| | Ο Τομ πήγε στο κατάστημα για να αγοράσει ακόμη λίγο βυσσινί για να τελειώσει το βάψιμο του τοίχου. |
| maroon adj | (colour) (κατά λέξη: μόδα) | σε χρώμα maroon, σε maroon περίφρ |
| | (πιο απλά) | μπορντό επίθ άκλ |
| | | βυσσινής επίθ |
| | (περιγραφικά) | καστανοκόκκινος επίθ |
| | Sean's grandmother always gave him a maroon sweater for Christmas. |
| | Η γιαγιά του Σων πάντα του χάριζε ένα μπορντό πουλόβερ για τα Χριστούγεννα. |
| maroon [sb]⇒ vtr | (on island) | εγκαταλείπω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | παρατάω, παρατώ ρ μ |
| | The ship marooned a sailor on the island because he stole supplies. |
| | Το πλοίο παράτησε έναν ναύτη στο νησί γιατί έκλεβε προμήθειες. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
maroon, Maroon n | historical (fugitive slave) (ιστορικό: Αφρικανοί) | Maroon ουσ αρσ άκλ |
| | A group of American Spanish slaves and their descendants are called the Maroons. |
| maroon n | (abandoned person) | εγκαταλελειμμένος μτχ πρκ |
| | (ειδικότερα) | εγκαταλελειμμένος ναύτης μτχ πρκ + ουσ αρσ |
| | A maroon survived on a tropical island for three years before being rescued. |
| maroon [sb]⇒ vtr | (leave isolated) | εγκαταλείπω ρ μ |
| | | αφήνω κπ αβοήθητο, αφήνω κπ στην τύχη του περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | παρατάω, παρατώ ρ μ |
| | When the recession hit, the company marooned Tim in unemployment without any help. |
Ο όρος 'maroon' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: