menial

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmiːniəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈminiəl, ˈminjəl/ ,USA pronunciation: respelling(mēnē əl, mēnyəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
menial adj(work: unskilled, lowly)για ανειδίκευτους εργάτες περίφρ
 (ανεπίσημο: εργασία, δουλειά)ανειδίκευτος επίθ
 (αρνητική σημασία)ταπεινός επίθ
  απαξιωτικός επίθ
 Immigrants often take menial jobs that no-one else wants.
 Οι μετανάστες συχνά κάνουν απαξιωτικές εργασίες τις οποίες κανείς άλλος δεν θέλει.
menial adj(person, idea: servile) (άτομο, ιδέα)δουλικός, δουλοπρεπής επίθ
 Their menial attitude comes from centuries of oppression.
 Αυτή η δουλική στάση προέρχεται από αιώνες καταπίεση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
menial adjdated (servant: domestic)οικιακός επίθ
  σε σπίτι περίφρ
 Jane could only find work as a menial servant.
menial ndated (domestic servant)υπηρέτης, υπηρέτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  υπηρετικό προσωπικό επίθ + ουσ ουδ
 The palace had a staff of 120 menials.
 Το παλάτι είχε 120 άτομα υπηρετικό προσωπικό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'menial' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση menial στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «menial».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!