mentor

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɛntɔː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈmɛntɔr, -tɚ/ ,USA pronunciation: respelling(mentôr, -tər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mentor n(advisor, teacher) (σύμβουλος, δάσκαλος)μέντορας ουσ αρσ
 Students are assigned to mentors who guide their careers.
 Οι σπουδαστές ανατίθενται σε μέντορες που καθοδηγούν την σταδιοδρομία τους.
mentor [sb] vtr(guide, advise)καθοδηγώ ρ μ
 I've been mentoring a group of new recruits at work.
 Καθοδηγούσα μια ομάδα νεοπροσληφθέντων στη δουλειά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mentor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [personal, professional, spiritual, great] mentor, mentor a [colleague, junior, trainee, student], [find, have, be, become, assign] a mentor, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mentor στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mentor».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!