merchant

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɜːtʃənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈmɝtʃənt/ ,USA pronunciation: respelling(mûrchənt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
merchant n(person)έμπορος ουσ αρσ/θηλ
 (ανεξάρτητος)πωλητής, πωλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (παλαιό: πλανόδιος)πραματευτής ουσ αρσ
 A traveling merchant came to town about once a month.
 Ένας περιοδεύων έμπορος ερχόταν στην πόλη περίπου μια φορά τον μήνα.
merchant n(retail sales)εμπορική εταιρεία επίθ + ουσ θηλ
  έμπορος ουσ αρσ
 The company was a major merchant in the perfume industry.
merchant adj(relating to sale of goods)εμπορικός επίθ
 The pirates plundered a merchant ship off the coast of Africa.
 Οι πειρατές λεηλάτησαν ένα εμπορικό πλοίο έξω από τις ακτές της Αφρικής.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
merchant n([sb] indulging in [sth] undesirable)-
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος, βλ. τις προτάσεις για εναλλακτικές αποδόσεις κατά περίπτωση.
 Don't listen to the merchants of doom and gloom; a bright future awaits us! That man is a gossip merchant; he always has some piece of news about someone.
 Μην ακούς τους καταστροφολόγους, μας περιμένει ένα λαμπρό μέλλον! // Αυτός ο άντρας είναι μεγάλος κουτσομπόλης, πάντα έχει νέα για κάποιον.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
merchant fee n(charge to seller for card payments)προμήθεια ουσ θηλ
merchant marine nmainly US (country's commercial ships)εμπορικός στόλος επίθ + ουσ αρσ
merchant marine nmainly US (crew member on commercial ship) (ως σύνολο)πλήρωμα εμπορικού στόλου φρ ως ουσ ουδ
 (ένας μόνο)ναύτης εμπορικού στόλου φρ ως ουσ ουδ
merchant navy n(commercial ships)εμπορικό ναυτικό επίθ + ουσ ουδ
merchant rate n(reduced costs for reputable seller)μειωμένη τιμή για εμπόρους περίφρ
merchant services npl(online payment solutions)οικονομικές υπηρεσίες επίθ + ουσ θηλ πλ
retail merchant n(shop owner, seller)έμπορος λιανικής φρ ως ουσ αρσ
scrap merchant n(dealer in discarded materials)πωλητής παλιοσίδερων περίφρ
shipping merchant n(company that delivers goods)ναυτιλιακή εταιρεία επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'merchant' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: merchant [banking, investment, services, accounts], a merchant [banker, program], merchant [stores, sites, websites], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση merchant στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «merchant».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!