|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | merchant n | (person) | έμπορος ουσ αρσ/θηλ | | | (ανεξάρτητος) | πωλητής, πωλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | (παλαιό: πλανόδιος) | πραματευτής ουσ αρσ | | | A traveling merchant came to town about once a month. | | | Ένας περιοδεύων έμπορος ερχόταν στην πόλη περίπου μια φορά τον μήνα. | | merchant n | (retail sales) | εμπορική εταιρεία επίθ + ουσ θηλ | | | | έμπορος ουσ αρσ | | | The company was a major merchant in the perfume industry. | | merchant adj | (relating to sale of goods) | εμπορικός επίθ | | | The pirates plundered a merchant ship off the coast of Africa. | | | Οι πειρατές λεηλάτησαν ένα εμπορικό πλοίο έξω από τις ακτές της Αφρικής. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | merchant n | ([sb] indulging in [sth] undesirable) | - | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος, βλ. τις προτάσεις για εναλλακτικές αποδόσεις κατά περίπτωση. | | | Don't listen to the merchants of doom and gloom; a bright future awaits us! That man is a gossip merchant; he always has some piece of news about someone. | | | Μην ακούς τους καταστροφολόγους, μας περιμένει ένα λαμπρό μέλλον! // Αυτός ο άντρας είναι μεγάλος κουτσομπόλης, πάντα έχει νέα για κάποιον. |
Ο όρος 'merchant' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|