midterm

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪdˈtɜːm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈmɪdˌtɝm/ ,USA pronunciation: respelling(midtûrm′)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
midterm n(middle of a term) (θέση, αξίωμα)στο μέσο της θητείας περίφρ
 (σπουδές)στο μέσο του εξαμήνου περίφρ
 The politician resigned in midterm.
midterm,
mid-term
adj
(during term)ενδιάμεσος επίθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The results of the mid-term vote surprised everyone.
midterms,
midterm elections
npl
US (vote during presidential term)ενδιάμεσες εκλογές επίθ + ουσ θηλ πλ
 I'll vote democratic at the midterms.
midterms,
midterm exams
npl
US (exams at midterm)εξετάσεις ουσ θηλ πλ
  διαγώνισμα ουσ ουδ
 (κατά λέξη)εξετάσεις στο μέσο του εξαμήνου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I can't go out tonight because I have to study for midterms.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'midterm' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση midterm στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «midterm».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!