• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: mitigating, mitigate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mitigating adj(making milder, less severe)ελαφρυντικός επίθ
 There were several mitigating factors that prevented this accident from being a crisis.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mitigate [sth] vtr(lessen harm done)αμβλύνω, μετριάζω, περιορίζω ρ μ
 Dan tried to mitigate the flood damage by laying down sand bags.
 Ο Νταν προσπάθησε να αμβλύνει τις ζημιές από την πλημμύρα στρώνοντας σακούλες με άμμο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mitigate vi(become less severe)μετριάζομαι, αμβλύνομαι, περιορίζομαι ρ αμ
 (καιρικές συνθήκες)καταλαγιάζω, κοπάζω ρ αμ
 The storm mitigated after a few hours.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
mitigating | mitigate
ΑγγλικάΕλληνικά
mitigating circumstances npl(conditions that lessen responsibility for a crime)ελαφρυντικός περιστάσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mitigating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mitigating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mitigating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!