• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
molter (US),
moulter (UK)
n
(animal: sheds feathers, fur, skin)ζώο που περιοδικά ρίχνει το τρίχωμά του ή που αλλάζει δέρμα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 This type of bird is a heavy molter, so you'll need to clean up after it and make sure it stays clean.
molter (US),
moulter (UK)
n
([sth] shed: feathers, fur, skin)τρίχωμα ή δέρμα που έχει ρίξει κάποιο ζώο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση molter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «molter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!