mutually

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmjuːtʃʊəli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mutually adv(to both)αμοιβαία επίρ
  αμοιβαίως επίρ
Σχόλιο: Επίσης αμοιβαία.
 This agreement is mutually beneficial to both parties.
mutually adv(reciprocally, by both)αμοιβαία επίρ
  και οι δύο έκφρ
Σχόλιο: Επίσης αμοιβαία.
 We mutually agreed on the terms of the new contract.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mutually exclusive,
mutually-exclusive
adj
(that cannot coexist)αλληλοαποκλειόμενος μτχ ενεστ
  αμοιβαίως αποκλειόμενοι φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mutually' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mutually στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mutually».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!