• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
neo,
neo-
prefix
(new, new-style)νέο- α' συνθετικό
  καινο- α' συνθετικό
 We are having a house built in the neo-Georgian style.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
neocolonialism,
neo-colonialism
n
(dominance of powerful nations over weaker ones by economic and cultural means)νεοαποικισμός ουσ αρσ
  νεοαποικιοκρατία ουσ θηλ
neofascist,
neo-fascist,
neo-Fascist
n
(modern advocate of fascism)νεοφασίστας, νεοφασίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
neoliberal,
neo-liberal
n
(free-market capitalist)νεοφιλελεύθερος ουσ αρσ
 Neoliberals oppose state intervention in the economy.
neoliberal,
neo-liberal
adj
(free-market capitalist)νεοφιλελεύθερος επίθ
 A global free market is a neoliberal idea.
neoliberalism,
neo-liberalism
n
(free-market capitalism)νεοφιλελευθερισμός ουσ αρσ
neonazi,
neo-Nazi
n
(modern follower of Nazi doctrine)νεοναζί ουσ αρσ
neorealism,
also UK: neo-realism
n
(art, cinema: social realist style)νεορεαλισμός, νεορρεαλισμός ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'neo' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση neo στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «neo».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!