nobility

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/nəʊˈbɪlɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/noʊˈbɪlɪti/ ,USA pronunciation: respelling(nō bili tē)

Inflections of 'nobility' (n): npl: nobilities
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nobility n(aristocracy)αριστοκρατία ουσ θηλ
 They can trace their family back to 17th century nobility.
 Μπορούν να βρουν τα ίχνη της οικογένειάς τους μέχρι την αριστοκρατία του 17ου αιώνα.
nobility n(noble birth, rank)αριστοκρατία, αριστοκρατική καταγωγή ουσ θηλ
 Nobility was once a guarantee of wealth and security.
 Η αριστοκρατική καταγωγή κάποτε ήταν εγγύηση πλούτου και ασφάλειας.
nobility n(grandeur)ευγένεια, αριστοκρατικότητα ουσ θηλ
 The nobility of the church impressed Lisa.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nobility' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nobility στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «nobility».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!