normal

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnɔːrməl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈnɔrməl/ ,USA pronunciation: respelling(nôrməl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
normal adj(usual, regular)κανονικός, συνήθης επίθ
  συνηθισμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: ο/η συνήθης, το σύνηθες
 The teacher preferred alternative methods over the normal ones.
 Ο δάσκαλος προτιμούσε εναλλακτικές μεθόδους αντί για τις συνηθισμένες (or: κανονικές).
normal adj(meeting a standard)φυσιολογικός, κανονικός επίθ
 Your blood test results are all normal.
 Τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος που έκανες είναι όλα φυσιολογικά (or: κανονικά).
normal adj(standard)κανονικός, τυπικός επίθ
 The normal temperature here is 70º F.
 Η τυπική θερμοκρασία εδώ είναι 70 βαθμοί Φάρεναϊτ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
normal adj(psychology: standard)φυσιολογικός επίθ
 His behaviour is normal by all standard psychological measures.
normal n(average, mean)μέτριο, μέσο επίθ ως ουσ ουδ
  μέσος όρος φρ ως ουσ αρσ
 This school's scores are all above normal.
 Τα αποτελέσματα του σχολείου σου είναι όλα πάνω από το μέτριο (or: μέσο όρο).
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
back to normal adv(reverting to usual state)στο κανονικό φρ ως επίρ
  σε κανονικό επίπεδο, σε κανονικά επίπεδα φρ ως επίρ
  σε κανονικό ρυθμό φρ ως επίρ
  σε φυσιολογικό επίπεδο φρ ως επίρ
Σχόλιο: Η επιλογή εξαρτάται από τα συμφραζόμενα.
 In television, at the end of an episode usually everything goes back to normal.
the new normal n(changed circumstances)η νέα κανονικότητα φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'normal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [things, life, school, the town] returned to normal, it is normal to [feel, want, see], it is [perfectly, quite, totally] normal to [feel, want, see], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση normal στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «normal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!