Listen:
Inflections of 'novelty ' (n ): npl : novelties
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
novelty n ([sth] new) (μεταφορικά ) φρεσκάδα ουσ θηλ (άτυπο, ανεπίσημο ) καινουργίλα ουσ θηλ (κατά λέξη ) η ιδιότητα του καινούργιου The novelty of being at university wore off quickly for the freshmen. Η φρεσκάδα του να είσαι στο πανεπιστήμιο έφυγε αμέσως από τους πρωτοετείς. novelty n (new and interesting aspect) καινοτομία, πρωτοπορία ουσ θηλ The novelty of the business's products attracted a lot of investors. Η καινοτομία των προϊόντων της εταιρείας προσέλκυσε πολλούς επενδυτές. novelty n (small item) μικροαντικείμενο ουσ ουδ (μόνο πληθυντικός ) ψιλικά ουσ ουδ πλ (ανεπίσημο ) ψιλολόι ουσ ουδ The shop sold trinkets and novelties. Το κατάστημα πουλούσε μπιχλιμπίδια και ψιλικά.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
novelty n as adj (item: small) (πράγμα, αντικείμενο ) μικρο-, ψιλο- α' συνθετικό μικρός επίθ The gift shop sells cheap novelty items. Το κατάστημα πουλάει φτηνά μικροπράγματα (or: ψιλοπράγματα).
Ο όρος 'novelty ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: