• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: obtained, obtain

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
obtained adj(acquired, gained)που αποκτήθηκε περίφρ
 The obtained results were not what the researchers had been expecting.
obtained,
-obtained
adj
(acquired, gained in certain way) (ακολουθεί αναφορά στον τρόπο)αποκτημένος μτχ πρκ
  που αποκτήθηκε περίφρ
Σχόλιο: Used in compounds: e.g., illegally obtained
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
obtain [sth] vtr(get, acquire [sth])αποκτώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)παίρνω ρ μ
 After four years at Oxford, Lisa obtained a doctorate.
 Μετά από τέσσερα χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η Λίζα πήρε διδακτορικό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
obtain viformal, uncommon (prevail)επικρατώ, κυριαρχώ ρ αμ
 The morals that obtain today are different from the morals that obtained in ancient Rome.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
obtain | obtained
ΑγγλικάΕλληνικά
obtain a divorce v expr(end a marriage legally)παίρνω διαζύγιο ρ μ + ουσ ουδ
 Janine has grown tired of her husband's affairs, and wants to obtain a divorce.
 Η Τζανίν βαρέθηκε τις περιπέτειες του άντρα της με άλλες γυναίκες και θέλει να πάρει διαζύγιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'obtained' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση obtained στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «obtained».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!