oddly

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɒdli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
oddly adv(it is peculiar that) (επίσημο)παραδόξως, περιέργως επίρ
 Oddly, she didn't acknowledge my question in her response.
 Παραδόξως (or: περιέργως), στην απάντησή της δεν ανέφερε ότι γνωρίζε την ερώτησή μου.
oddly adv(in a peculiar way)παράξενα, περίεργα επίρ
 He walks oddly because of a knee injury.
 Περπατά παράξενα (or: περίεργα) εξαιτίας ενός τραυματισμού στο γόνατο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
oddly enough adv(actually, surprisingly)παραδόξως, περιέργως επίρ
 "Have you seen Donna lately?" "Oddly enough, I bumped into her yesterday for the first time in ten years!"
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'oddly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση oddly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «oddly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!