• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
of course adv(naturally, as might be expected)φυσικά επίρ
 Of course, I will need to know where you are going.
 Φυσικά και θα πρέπει να ξέρω που πηγαίνεις.
of course interj(yes, certainly)φυσικά, βεβαίως επίρ
 Of course, you can go out for dinner!
 Φυσικά και μπορείς να βγεις για δείπνο!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
as a matter of course expr(as part of normal routine)αυτονόητα επίρ
  αυτομάτως, αυτόματα επίρ
But of course interj(expressing polite consent)Φυσικά επιφ
  Μα και βέβαια έκφρ
 But of course, you're right!
course,
course of action
n
figurative (path of action) (μεταφορικά)πορεία, ρότα ουσ θηλ
 (μεταφορικά)δρόμος ουσ αρσ
 (μτφ, λόγιος)οδός ουσ θηλ
 It's hard to know which course to take in life.
 Είναι δύσκολο να γνωρίζεις ποια πορεία να ακολουθήσεις στη ζωή.
 Είναι δύσκολο να γνωρίζεις ποιον δρόμο να πάρεις στη ζωή.
course of action n(procedure)διαδικασία,σειρά ενεργειών ουσ θηλ
 The course of action chosen by her doctor was successful.
course of study n(learning programme)ακαδημαΐκό πρόγραμμα σπουδών ουσ ουδ
course of study nUS (subject: major)τομέας σπουδών φρ ως ουσ αρσ
 I chose Classics as my course of study.
course of treatment n(therapy to cure [sth])θεραπευτική αγωγή επίθ + ουσ θηλ
in the course of [sth] expr(during a process) (με γενική)κατά τη διάρκεια φρ ως επίρ
Σχόλιο: Συνοδεύεται από γενική: κατά τη διάρκεια του συνεδρίου
in the course of [sth] expr(during a period of time) (με γενική)κατά τη διάρκεια φρ ως επίρ
Σχόλιο: Συνοδεύεται από γενική: κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού
in the course of time adv(eventually)με την πάροδο του χρόνου φρ ως επίρ
 (καθομιλουμένη)με τον καιρό φρ ως επίρ
 You'll forget him in the course of time.
Of course not interj(emphatic: certainly not) (εμφατικός τύπος)Και βέβαια όχι!, Φυσικά όχι!, Σίγουρα όχι! επιφ
  Εννοείται πως όχι! επίφ
  Αποκλείεται! επίφ
  Όχι βέβαια! επίφ
 "Would you kiss a frog?" he asked. "Of course not!" she replied.
over the course of prep(during, throughout)μέσα σε φρ ως επίρ
 We spend a huge amount on the car over the course of a year.
 Ξοδέψαμε ένα υπέρογκο ποσό για το αμάξι μέσα σε ένα χρόνο.
pervert the course of justice v expr(influence outcome of a trial)διαστρευλώνω τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης περίφρ
 Her lies perverted the course of justice in the case.
regular course of business n(customary)συνήθεις συνθήκες δραστηριότητας φρ ως ουσ θηλ
throughout the course of prep(all the way through)κατά τη διάρκεια του περίφρ
  καθ' όλη τη διάρκεια του περίφρ
 Throughout the course of the day, the heat from the sun grew more intense.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'of course' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση of course στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «of course».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!