• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Ο όρος 'one hundred' παραπέμπει στον όρο ''one hundred''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'one hundred' is cross-referenced with ''one hundred''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: one hundred, hundred

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
one hundred,
100
n
(cardinal number: 100)εκατό ουσ ουδ
 In Roman numerals, C means "one hundred".
 Στους ρωμαϊκούς αριθμούς το C σημαίνει «εκατό».
one hundred,
100
adj
(100 of [sth])εκατό επίθ
 None of us will be here one hundred years from now.
 Κανείς μας δεν θα είναι εδώ σε εκατό χρόνια από τώρα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
one hundred,
100
adj
(one hundred years old)εκατό επίθ
  εκατό χρονών, εκατό χρόνων περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hundred,
a hundred,
one hundred
n
invariable (cardinal number: 100)εκατό ουσ ουδ
Σχόλιο: "a hundred" is used generally; "one hundred" is used to emphasize the precise amount
 She lost count just after a hundred.
 What is one hundred and three multiplied by five?
 Έχασε το μέτρημα λίγο μετά το εκατό.
hundred,
a hundred,
one hundred
adj
invariable (100 in number)εκατό επίθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία για αριθμούς διάφορους του 100 καθώς στα ελληνικά υπάρχει ξεχωριστή λέξη, π.χ. τριακόσια.
 There were a hundred singers in the choir.
 Η χορωδία είχε εκατό τραγουδιστές.
a hundred adj(100 years of age)εκατό επίθ
 George received a card from the Queen when he turned a hundred.
 My grandmother lived to be one hundred.
 Ο Τζόρτζ έλαβε μια κάρτα από τη βασίλισσα όταν έκλεισε τα εκατό. // Η γιαγιά μου έζησε μέχρι τα εκατό.
hundreds of [sth/sb] adj(amounting to hundreds)εκατοντάδες ουσ θηλ πλ
 Hundreds of people called in during the first hour.
 Εκατοντάδες άτομα τηλεφώνησαν μέσα στην πρώτη ώρα.
the hundreds npl(numbers between 100 and 999)εκατοντάδες ουσ θηλ πλ
 The signatures on the petition are now in the hundreds.
hundred,
a hundred,
one hundred,
100
pron
invariable (people, things: 100 of them)εκατό
 I wonder how many people are here? I'd guess a hundred.
hundreds pron(people, things: hundreds of them)εκατοντάδες ουσ θηλ πλ
 Thousands of people are employed by the company, and hundreds work in this office alone.
 Σε αυτή την εταιρεία δουλεύουν χιλιάδες άτομα, εκατοντάδες από τα οποία σε αυτό το γραφείο.
hundred,
100
n
(decimal position) (δεκαδικός αριθμός: 0,01)εκατοστό ουσ ουδ
 (100)εκατοντάδα ουσ θηλ
 Round up to the nearest thousand: we don't need tens or hundreds.
 Στρογγύλεψέ το στην πιο κοντινή χιλιάδα: δε χρειαζόμαστε δέκατα ή εκατοστά.
hundred,
100
n
US, informal (paper money: bill worth 100 dollars) (καθομιλουμένη)κατοστάρικο ουσ ουδ
 Can you break a hundred?
 Μπορείς να μου χαλάσεις ένα κατοστάρικο;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
one hundred | hundred
ΑγγλικάΕλληνικά
one hundred or so adjinformal (about a hundred) (ανεπίσημο)καμιά εκατοσταριά, καμιά κατοσταριά περίφρ
  γύρω στους εκατό περίφρ
 It's a middle-sized plane, with one hundred or so seats.
one hundred thousand,
100,
000
adj
(100,000 in number)εκατό χιλιάδες φρ ως επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'one hundred' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση one hundred στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «one hundred».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!