• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: ousting, oust

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ousting n(forcing out of power)απομάκρυνση ουσ θηλ
  εκδίωξη ουσ θηλ
ousting n(beating out of competition)αποκλεισμός ουσ αρσ
ousting n(driving out from a place)διώξιμο ουσ ουδ
  εκδίωξη ουσ θηλ
  απομάκρυνση ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
oust [sb] vtr(remove, eject)διώχνω, απομακρύνω ρ μ
 The rebels were on a crusade to oust the king.
 Οι επαναστάτες έκαναν αγώνα για να διώξουν (or: απομακρύνουν) τον βασιλιά.
oust [sb] from [sth] vtr + prep(remove, eject) (κάποιον από κάπου)απομακρύνω ρ μ
 (κάτι από κάποιον)αφαιρώ ρ μ
 She was ousted from office for accepting bribes.
 Απομακρύνθηκε από το αξίωμα επειδή δεχόταν δωροδοκίες.
 Της αφαιρέθηκε το αξίωμα επειδή δεχόταν δωροδοκίες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ousting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ousting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!