• WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
out-of-school adj(person: not attending school)που δεν πάει σχολείο περίφρ
 (τριτοβάθμια εκπαίδευση)που δεν σπουδάζει περίφρ
out-of-school adj(activity: not part of school)εξωσχολικός επίθ
out-of-school,
out of school
adj
figurative, slang (unacceptable, inappropriate) (μεταφορικά)που ξεπερνάει τα όρια έκφρ
  απαράδεκτος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Whoa, that's an out-of-school comment.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
out of school advfigurative, slang (in an unacceptable or inappropriate way) (μεταφορικά)με τρόπο που ξεπερνάει τα όρια έκφρ
  με απαράδεκτο τρόπο έκφρ
  απαράδεκτα επίρ
 You shouldn't talk out of school like that to your elders.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση out-of-school στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «out-of-school».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!