| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| overcooked adj | (food: cooked too much) (μαγειρική) | παραμαγειρεμένος επίθ |
| | | παραβρασμένος επίθ |
| | | παραψημένος επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | παράβρασε, παραψήθηκε ρ αμ |
| | I forgot to turn off the stove burner, so the broccoli is overcooked. |
| | Ξέχασα να κλείσω το μάτι της κουζίνας και το μπρόκολο παράβρασε. |
| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| overcook [sth]⇒ vtr | (cook for too long) (καθομιλουμένη) | παραβράζω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | παραψήνω ρ μ |
| | | μαγειρεύω περισσότερο από ό,τι πρέπει περίφρ |
| | If a restaurant overcooks my steak, I will return it. |
Ο όρος 'overcooked' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: