• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: paralyzed, paralyze

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paralyzed (US),
paralysed (UK)
adj
(person: unable to move)ανάπηρος επίθ
  παράλυτος επίθ
paralyzed (US),
paralysed (UK)
adj
(body part: unable to move)παράλυτος επίθ
  που έχει παραλύσει περίφρ
 After the stroke, the left side of Shirley's face was paralyzed for some time.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paralyze [sb] (US),
paralyse [sb] (UK)
vtr
(make [sb] immobile)παραλύω ρ μ
  προκαλώ παράλυση σε κπ περίφρ
 (πχ το ατύχημα)αφήνω κπ παράλυτο, αφήνω κπ ανάπηρο περίφρ
 The car accident paralyzed the victim.
paralyze [sth] (US),
paralyse [sth] (UK)
vtr
(body part: make immobile)παραλύω ρ μ
 The stroke paralyzed the right side of Bob's face.
paralyze [sb] (US),
paralyse [sb] (UK)
vtr
figurative (make [sb] unable to act) (μεταφορικά)παραλύω ρ μ
  κάνω κπ να παραλύσει περίφρ
 Fear paralyzed the bank teller during the robbery.
paralyze [sth] (US),
paralyse [sth] (UK)
vtr
figurative (bring [sth] to a standstill)αδρανοποιώ, ακινητοποιώ ρ μ
 (μεταφορικά: διαδικασία)παγώνω ρ μ
 Disputes paralyzed the legal settlement for months before an agreement was reached.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
paralyzed | paralyze
ΑγγλικάΕλληνικά
paralyzed on one side,
also UK: paralysed on one side
adj
(hemiplegic)ημιπληγικός επίθ
 Ever since my uncle had his stroke, he's been paralyzed on one side.
 Από τότε που ο θείος μου έπαθε εγκεφαλικό είναι ημιπληγικός.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'paralyzed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση paralyzed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «paralyzed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!