parrot

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpærət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpærət/ ,USA pronunciation: respelling(parət)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parrot n(bird)παπαγάλος ουσ αρσ
 A parrot was sitting on the pirate's shoulder.
 Ένας παπαγάλος καθόταν στον ώμο του πειρατή.
parrot [sth] vtr(mimic words)παπαγαλίζω ρ μ
 Ben parroted everything Dan said.
 Ο Μπεν παπαγάλιζε όλα όσα έλεγε ο Νταν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
parrotfish,
parrot fish
n
(tropical fish) (ψάρι)σκαρίδα ουσ θηλ
  ψάρι παπαγάλος φρ ως ουσ ουδ
sick as a parrot adjUK, humorous, dated, slang (very disappointed) (μτφ: απογοητευμένος)βάζω μαύρες πλερέζες έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'parrot' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a talking parrot, has a pet parrot, has a parrot as a pet, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση parrot στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «parrot».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!