partially

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɑːrʃəli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
partially adv(partly) (επίσημο)μερικώς επίρ
 (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 The view is partially blocked by a skyscraper.
 Η θέα είναι εμποδίζεται μερικώς από έναν ουρανοξύστη.
 Η θέα είναι εμποδίζεται εν μέρει από έναν ουρανοξύστη.
partially adv(incompletely) (επίσημο)μερικώς επίρ
 (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 Partially completed applications will not be accepted.
 Οι μερικώς συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
 Οι εν μέρει συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
partially-sighted adj(having impaired vision)με μερική απώλεια όρασης περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'partially' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση partially στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «partially».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!