|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | particular adj | (specific) | συγκεκριμένος επίθ | | | Which particular shade of blue were you looking for? | | | Ποια συγκεκριμένη απόχρωση του μπλε ψάχνεις; | | particular adj | (exceptional) | ιδιαίτερος επίθ | | | Not everyone can be a goalkeeper. It requires particular skill. | | | Δε μπορούν όλοι να είναι τερματοφύλακες. Απαιτείται ιδιαίτερο ταλέντο. | | particular adj | (special) | ιδιαίτερος επίθ | | | This scientist carries out research into viruses, with particular attention to Covid. | | | Η επιστήμονας αυτή διεξάγει έρευνα με αντικείμενο τους ιούς, με ιδιαίτερη έμφαση στον Covid. | | particular adj | (fussy) | ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος επίθ | | | He is very particular about how his food should be cooked. | | | Είναι πολύ ιδιότροπος (or: ιδιόρρυθμος) σχετικά με το πώς πρέπει να είναι μαγειρεμένο το φαγητό του. | | particulars npl | (details) | στοιχεία ουσ ουδ πλ | | | Please enter your particulars on this form. | | | Παρακαλείσυε όπως συμπληρώσετε τα στοιχεία σας σε αυτή τη φόρμα. |
|
|