• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pas nFrench, invariable (ballet step) (μπαλέτο)βήμα ουσ ουδ
PAS ninitialism (physician assisted suicide)υποβοηθούμενη αυτοκτονία επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
faux pas n(social mistake)απρέπεια, χοντράδα, χοντροκοπιά, αγαρμποσύνη, αγένεια ουσ θηλ
  ατόπημα, παράπτωμα ουσ ουδ
 She was terribly embarrassed about the faux pas she made at the dinner party. You made a terrible faux pas by calling the Queen "Lady Windsor"!
pas de deux nFrench (dance for a couple)ντουέτο χορού φρ ως ουσ ουδ
pas du tout exprGallicism (not at all)καθόλου επίρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pas' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pas στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pas».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!