pastime

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɑːstaɪm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpæsˌtaɪm/ ,USA pronunciation: respelling(pastīm′, päs-)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pastime n(hobby, interest)χόμπι ουσ ουδ άκλ
 When he retired he found he didn't have any pastimes.
 ΄Οταν συνταξιοδοτήθηκε ανακάλυψε ότι δεν είχε καθόλου χόμπι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
favorite pastime (US),
favourite pastime (UK)
n
(hobby)αγαπημένο χόμπι επίθ + ουσ ουδ άκλ
  αγαπημένη ασχολία επίθ + ουσ θηλ
favorite pastime (US),
favourite pastime (UK)
n
figurative (habit) (μεταφορικά)αγαπημένο χόμπι επίθ + ουσ ουδ άκλ
  αγαπημένη ασχολία επίθ + ουσ θηλ
 Bothering his sister was his favorite pastime.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pastime' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pastime στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pastime».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!