• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pederast n(man who has sex with boys)παιδεραστής ουσ αρσ
  παιδόφιλος ουσ αρσ
Σχόλιο: Αν και η λέξη έχει ελλληνική ρίζα, δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς παιδεραστής είναι ο ενήλικος πού έχει ερωτικές σχέσεις με ανήλικο, ανεξαρτήτως φύλου. Αντίστοιχα υπάρχει και ο όρος παιδεράστρια (για γυναίκες).
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pederast στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pederast».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!