• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: peeled, peel

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peeled adj(with peel removed)ξεφλουδισμένος μτχ πρκ
 A peeled orange sat in the centre of the table.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peel n(skin of fruit, vegetable)φλούδα ουσ θηλ
  φλούδι ουσ ουδ
  φλοίδα ουσ θηλ
 There is an old superstition that if you throw the unbroken peel of an apple over your shoulder, it will show the initial of the person you are going to marry.
 You can't eat banana peel.
 Υπάρχει μια παλιά πρόληψη που λέει πως αν ρίξεις ολόκληρη τη φλούδα ενός μήλου πάνω από τον ώμο σου, θα σου δείξει τα αρχικά του ατόμου που θα παντρευτείς. // Δε μπορείς να φας τη φλούδα της μπανάνας.
peel [sth] vtr(remove skin from: fruit, etc.) (αφαιρώ φλούδα)ξεφλουδίζω ρ μ
 (κόβω φλούδα)καθαρίζω ρ μ
 (ζαργκόν: μαγειρική)πιλάρω ρ μ
 Ray has been peeling potatoes all day.
 Ο Ρέι καθαρίζει πατάτες όλη μέρα.
peel vi(skin: flake, come off)ξεφλουδίζω ρ αμ
  ξεφλουδίζομαι ρ αμ
 I got sunburnt last week and now my skin is peeling.
 Έπαθα έγκαυμα από τον ήλιο την προηγούμενη εβδομάδα και τώρα το δέρμα μου ξεφλουδίζει.
peel vi(paint, etc.: flake, come off)ξεφλουδίζω ρ αμ
  ξεφλουδίζομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)σκάω ρ αμ
 We need to repaint this door; it's starting to peel.
 Πρέπει να ξαναβάψουμε αυτήν την πόρτα. Αρχίζει να ξεφλουδίζει.
peel [sth] vtr(remove outer layer of)βγάζω ρ μ
 Grace peeled the bark from the tree.
 Η Γκρέις έβγαλε τον φλοιό από το δέντρο.
peel [sth] off [sth] vtr + prep(remove: outer layer from [sth](με εργαλείο)ξύνω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 (με το χέρι)ξεφλουδίζω κτ από κτ, τραβώ κτ από κτ, αφαιρώ κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 Harry peeled the old paint off the door before applying the new paint.
 Ο Χάρυ έξυσε την παλιά μπογιά από την πόρτα πριν εφαρμόσει την καινούρια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peel n(baker's tool) (για ψωμί, πίτσα)φτυάρι ουσ ουδ
 The baker uses a peel to slide the bread dough into the hot oven.
peel n(skin peel: beauty treatment)πίλινγκ ουσ ουδ άκλ
 My face always feels tight after a peel.
peel off vi + adv(skin: flake)ξεφλουδίζω ρ αμ
peel [sth] off vtr + adv(remove: fruit skin)βγάζω ρ μ
  αφαιρώ ρ μ
 I peeled off the skin of the apple, then cored it and cut it into wedges.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
peel [sth] away vtr phrasal sep(outer layer: remove)αφαιρώ, τραβάω, βγάζω ρ μ
 He peeled away the latex mask to reveal his true identity.
peel [sth] away vtr phrasal sepfigurative (remove: [sth] concealing) (μεταφορικά)αφήνω πίσω ρ μ + επίρ
 (μεταφορικά)αφαιρώ, βγάζω ρ μ
 The author peels away the layers of pretence to reveal the truth about polite 19th-century society.
peel away vi phrasal(become detached)ξεφλουδίζω ρ αμ
 The paint is peeling away from the wall.
peel off vi phrasalfigurative (leave a group)αποχωρώ ρ αμ
  φεύγω ρ αμ
 One by one the members of the group peeled off until only Nelson was left.
 Ένα ένα τα μέλη της ομάδας αποχώρησαν μέχρι που είχε μείνει μόνο ο Νέλσον.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
peeled | peel
ΑγγλικάΕλληνικά
keep your eyes peeled v exprfigurative (be alert) (μεταφορικά)έχω τα μάτια μου ανοιχτά έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση peeled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «peeled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!