• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: pelvic, pelvic examination

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pelvic adj(relating to the pelvis)πυελικός επίθ
 Many contemporary dance moves use a pelvic thrust that may have seemed obscene decades ago.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pelvic examination,
pelvic exam,
pelvic
n
(medical inspection of vagina and cervix)πυελική εξέταση φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
pelvic | pelvic examination
ΑγγλικάΕλληνικά
pelvic fin n(back fin of an aquatic animal)κοιλιακό πτερύγιο φρ ως ουσ ουδ
pelvic floor n(muscles beneath the pelvis)πυελικό έδαφος φρ ως ουσ ουδ
pelvic girdle n(animals: arch supporting hind limbs)πυελική ζώνη επίθ + ουσ θηλ
pelvic girdle n(humans: arch in pelvic area)πυελική ζώνη επίθ + ουσ θηλ
pelvic tilt n(angle of the hips)κλίση της λεκάνης, κλίση της πυέλου φρ ως ουσ θηλ
 For better posture, try a slight pelvic tilt.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pelvic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pelvic στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pelvic».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!