pilgrimage

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɪlgrɪmɪdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpɪlgrəmɪdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(pilgrə mij)

Inflections of 'pilgrimage' (v): (⇒ conjugate)
pilgrimages
v 3rd person singular
pilgrimaging
v pres p
pilgrimaged
v past
pilgrimaged
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pilgrimage n(religious journey) (ταξίδι για)προσκύνημα ουσ ουδ
 They went to India on a Buddhist pilgrimage.
 Πήγαν σε ένα βουδιστικό προσκύνημα στην Ινδία.
pilgrimage nfigurative (journey to pay homage)ταξίδι για απότιση φόρου τιμής περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Thousands of fans make a pilgrimage to Elvis's home every year.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pilgrimage vi(make a pilgrimage)πηγαίνω για προσκύνημα περίφρ
  πάω να προσκυνήσω περίφρ
 (συνήθως για μουσουλμάνους)κάνω το ιερό ταξίδι περίφρ
 (όχι για θρησκευτικούς λόγους)πηγαίνω να αποτίσω φόρο τιμής περίφρ
 Many people pilgrimage to the historic site every year.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pilgrimage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pilgrimage στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pilgrimage».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!