pitiful

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɪtifʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpɪtɪfəl/ ,USA pronunciation: respelling(piti fəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pitiful adj(arousing pity or compassion)οικτρός, αξιοθρήνητος επίθ
 The children huddled in the cold made a pitiful sight.
 Τα παιδιά που είχαν κουλουριαστεί στο κρύο αποτελούσαν οικτρό θέαμα.
pitiful adjfigurative (arousing contempt)οικτρός, αξιοθρήνητος επίθ
 That's the most pitiful excuse I've ever heard.
 Αυτή είναι η πιο οικτρή (or: αξιοθρήνητη) δικαιολογία που έχω ακούσει ποτέ.
pitiful adjfigurative, informal (small or inadequate)οικτρός, ελεεινός επίθ
 That's a pitiful salary considering how hard she works.
 Αυτός είναι οικτρός (or: ελεεινός) μισθός αν σκεφτείς πόσο σκληρά εργάζεται.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pitiful' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pitiful στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pitiful».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!