plaintiff

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpleɪntɪf/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpleɪntɪf/ ,USA pronunciation: respelling(plāntif )

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plaintiff n(legal: who starts case)ενάγων, ενάγουσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The plaintiff accused his neighbour of assaulting him.
 Ο ενάγων κατηγόρησε τον γείτονά του ότι του επιτέθηκε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'plaintiff' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the plaintiff's [representative, counsel, lawyer], is representing the plaintiff, the plaintiff [claims, swears] that, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση plaintiff στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «plaintiff».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!