• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ponder vi(think)συλλογίζομαι ρ αμ
  σκέφτομαι ρ αμ
 Lydia pondered for a while, then came to a decision.
 Η Λύντια σκέφτηκε για λίγο και μετά αποφάσισε.
ponder over [sth] vi + prep(think about, reflect on)σκέφτομαι ρ μ
 (πχ συνέπειες)αναλογίζομαι ρ μ
 (μεταφορικά)επεξεργάζομαι ρ μ
 It was a difficult decision and I pondered over it for a long time before making up my mind.
 Ήταν μια δύσκολη απόφαση και την επεξεργάστηκα για πολύ καιρό πριν αποφασίσω.
ponder on [sth] vi + prep(think about, reflect on)σκέφτομαι ρ μ
 (πχ συνέπειες)αναλογίζομαι ρ μ
 (μεταφορικά)επεξεργάζομαι ρ μ
 We spent so long pondering on where to have dinner that it was too late to make a reservation.
ponder [sth] vtr(consider, think about)σκέφτομαι ρ μ
 (μεταφορικά)επεξεργάζομαι ρ μ
 Jerry pondered the job offer for a long time before deciding to accept.
 Ο Τζέρυ σκεφτόταν την προσφορά εργασίας για πολύ καιρό πριν αποφασίσει να την αποδεχθεί.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pondering' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pondering στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pondering».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!