| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| prevail⇒ vi | (be predominant) | επικρατώ, κυριαρχώ ρ αμ |
| | The customs that prevail in that country seem very strange to foreigners. |
| | Οι παραδόσεις που επικρατούν σε εκείνη τη χώρα φαντάζουν πολύ περίεργες στους ξένους. |
| prevail over [sth/sb] vi + prep | (triumph over, be greater than) (με γενική) | επικρατώ ρ μ |
| | | υπερισχύω ρ μ |
| | The center-right party prevailed over the Socialists in the latest elections. |
| | Το κεντροδεξιό κόμμα επικράτησε των Σοσιαλιστών στις τελευταίες εκλογές. |
| prevail over [sth/sb] vi + prep | (win over other options) (με γενική) | επικρατώ ρ μ |
| | | υπερισχύω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | κερδίζω ρ μ |
| | Maggie and Linda couldn't decide what car to buy, but finally, the Audi prevailed over the Renault. |
| | Η Μάγκυ και η Λίντα δεν μπορούσαν να αποφασίσουν τι αυτοκίνητο να αγοράσουν, αλλά τελικά το Audi επικράτησε του Renault. |
prevail on [sb] to do [sth], prevail upon v expr | (persuade: [sb] to do [sth]) | επιβάλλομαι σε κπ για να κάνει κτ περίφρ |
| | | πείθω κπ να κάνει κτ περίφρ |
| | He prevailed on the jury to hear of his innocence, but they labelled him guilty anyway. |
| | Προσπάθησε να επιβάλλει την αθωότητά του στους ενόρκους, αλλά τον έβγαλαν ένοχο ούτως ή άλλως. |