proactive

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prəʊˈæktɪv/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(prō aktiv)

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
proactive adj(action: preemptive)προληπτικός επίθ
  ενεργητικός επίθ
 (επίσημο)προορατικός επίθ
 We should take more proactive steps to combat threats to our environment.
 Πρέπει να προβούμε σε περισσότερες προληπτικές δράσεις για να αντισταθούμε στις απειλές προς το περιβάλλον μας.
proactive adj(person: dynamic)δυναμικός, δραστήριος επίθ
 The company's looking for a proactive sales manager.
 Η εταιρεία αναζητά έναν δυναμικό (or: δραστήριο) διευθυντή πωλήσεων.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'proactive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: trying to be more proactive, being proactive is important to [avoid, ensure], take a proactive approach (towards), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση proactive στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «proactive».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!