proficiency

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prəˈfɪʃənsi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/prəˈfɪʃənsi/ ,USA pronunciation: respelling(prə fishən sē)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
proficiency n(in language)ευχέρεια ουσ θηλ
  γλωσσική ικανότητα επίθ + ουσ θηλ
 (επίσημο)επάρκεια ουσ θηλ
 Barry's lack of proficiency in French made his new life in Paris quite difficult.
 Το γεγονός ότι δεν είχε ευχέρεια στα Γαλλικά, έκανε αρκετά δύσκολη τη νέα ζωή του Μπάρυ στο Παρίσι.
proficiency n(ability)επιδεξιότητα ουσ θηλ
 (συχνά πληθυντικός)ικανότητα ουσ θηλ
 (ευκολία λόγω ικανότητας)ευχέρεια ουσ θηλ
  γνωστική επάρκεια επίθ + ουσ θηλ
 Peter watched Felicity as she made the bread and marvelled at her proficiency.
 Ο Πήτερ παρακολουθούσε τη Φελίσιτι καθώς έφτιαχνε ψωμί και έμεινε έκπληκτος από την επιδεξιότητά της.
 Ο Πήτερ παρακολουθούσε τη Φελίσιτι καθώς έφτιαχνε ψωμί και έμεινε έκπληκτος από τις ικανότητές της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'proficiency' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has [high, low] proficiency in [math, spelling, chemistry], has achieved a level of high proficiency in [math], has reached a level of proficiency (in), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση proficiency στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «proficiency».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!