|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | proposition n | (offer) | πρόταση ουσ θηλ | | | | προσφορά ουσ θηλ | | | Laura accepted Karen's proposition of a job. | | | Η Λώρα δέχθηκε την πρόταση της Κάρεν για δουλειά. | | proposition n | (statement to be proven) | πρόταση ουσ θηλ | | | | υπόθεση ουσ θηλ | | | To prove or disprove the proposition "all human beings are free," we must first determine what we mean when we say "free." | | | Για να αποδείξουμε ή να καταρρίψουμε την πρόταση «όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι», πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι εννοούμε όταν λέμε «ελεύθεροι». | | proposition n | (sexual) | ανήθικη πρόταση επίθ + ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | πέσιμο ουσ ουδ | | | Natalie was disgusted when her boss started making propositions. | | | Η Νάταλι αηδίασε όταν το αφεντικό της άρχισε να της κάνει ανήθικες προτάσεις. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | proposition [sb]⇒ vtr | (propose sex) | κάνω ανήθικη πρόταση σε κπ περίφρ | | | (ανεπίσημο, μεταφορικά) | την πέφτω σε κπ, ρίχνομαι σε κπ έκφρ | | | Sheila propositioned Brad, but he wasn't interested. |
Ο όρος 'proposition' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|