prune

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpruːn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/prun/ ,USA pronunciation: respelling(pro̅o̅n)

Inflections of 'prune' (v): (⇒ conjugate)
prunes
v 3rd person singular
pruning
v pres p
pruned
v past
pruned
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prune n(dried plum)ξερό δαμάσκηνο, ξηρό δαμάσκηνο, αποξηραμένο δαμάσκηνο φρ ως ουσ ουδ
 Prunes are said to have a laxative effect.
 Τα ξερά δαμάσκηνα λέγεται πως έχουν καθαρτικές ιδιότητες.
prune [sth] vtr(cut tree, shrub, etc.)κλαδεύω ρ μ
 Susan always prunes her hedges in the autumn.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ποια είναι η καλύτερη εποχή για να κλαδέψω τις μηλιές;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prune [sth] vtrfigurative (reduce, trim)περικόπτω ρ μ
  κάνω περικοπές σε κτ περίφρ
  μειώνω ρ μ
 Business is bad; we're going to have to prune the staff.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'prune' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: prune [colored, flavored], eat prunes, prunes to help you [poop, go number two], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση prune στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «prune».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!