Listen:
Inflections of 'prune ' (v ): (⇒ conjugate )prunes v 3rd person singular pruning v pres p pruned v past pruned v past p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
prune n (dried plum) ξερό δαμάσκηνο, ξηρό δαμάσκηνο, αποξηραμένο δαμάσκηνο φρ ως ουσ ουδ Prunes are said to have a laxative effect. Τα ξερά δαμάσκηνα λέγεται πως έχουν καθαρτικές ιδιότητες. prune [sth] ⇒ vtr (cut tree, shrub, etc.) κλαδεύω ρ μ Susan always prunes her hedges in the autumn. ⓘ Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ποια είναι η καλύτερη εποχή για να κλαδέψω τις μηλιές;
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
prune [sth] ⇒ vtr figurative (reduce, trim)περικόπτω ρ μ κάνω περικοπές σε κτ περίφρ μειώνω ρ μ Business is bad; we're going to have to prune the staff.
Ο όρος 'prune ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: